Δακρυοκυστίτιδα είναι η φλεγμονή του δακρυικού ασκού, στον οποίο συγκεντρώνονται τα δάκρυα από τα δακρυικά σωληνάρια και στη συνέχεια οδηγούνται μέσω του ρινοδακρυικού πόρου στη ρινική κοιλότητα. Εάν υπάρχει κάποιο κώλυμα κατά μήκος της αποχετευτικής οδού, τότε υπάρχει λίμναση και στασιμότητα των δακρύων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη μικροβίων και φλεγμονής.
Διακρίνεται σε οξεία και χρόνια.
Η οξεία χαρακτηρίζεται από την αιφνίδια εμφάνιση συμπτωμάτων όπως πόνος, ερυθρότητα και οίδημα στην περιοχή του δακρυικού ασκού (δηλαδή στην εσωτερική πλευρά του κάτω βλεφάρου προς τη μύτη), δακρύρροια, πυώδεις εκκρίσεις και ενδεχομένως πυρετός. Μπορεί να επιπλακεί με σχηματισμό αποστήματος του δακρυικού ασκού, σχηματισμό δακρυικού συριγγίου, με κυτταρίτιδα κόγχου, θρόμβωση σηραγγώδους κόλπου και μηνιγγίτιδα.
Η χρόνια δακρυοκυστίτιδα χαρακτηρίζεται από μακροχρόνια δακρύρροια και βλεννώδεις εκκρίσεις με αποτέλεσμα τα βλέφαρα να είναι κολλώδη.
Η δακρυοκυστίτιδα μπορεί να οφείλεται σε ανατομικές διαταραχές του δακρυϊκού πόρου, επαναλαμβανόμενες χρόνιες φλεγμονές όπως η αλλεργική επιπεφυκίτιδα, δακρυόλιθους, τραύματα, φαρμακευτικές ουσίες, ενδοσκοπικές επεμβάσεις των παραρρίνιων κόλπων, νεοπλασίες κτλ. Η συγγενής δακρυοκυστίτιδα των νεογνών είναι αποτέλεσμα απόφραξης της βαλβίδας του Hasner του ρινοδακρυικού πόρου.
Η θεραπεία της οξείας δακρυοκυστίτιδας έγκειται στη χορήγηση αντιβιοτικών τοπικά και συστηματικά. Σε σοβαρές περιπτώσεις (π.χ. οξέως άρρωστοι με εμπύρετο, με εξέλιξη σε κυτταρίτιδα κόγχου κλπ) γίνεται εισαγωγή σε νοσοκομείο για ενδοφλέβια χορήγηση αντιβιοτικών. Στην οξεία φάση ο καθετηριασμός του δακρυικού συστήματος αντενδείκνυται. Σε περίπτωση αποστήματος του δακρυικού ασκού γίνεται διάνοιξη. Σε δεύτερο χρόνο και αφού περάσει η οξεία φάση, γίνεται χειρουργική επέμβαση – δακρυοασκορινοστομία, κατά την οποία δημιουργείται μια καινούργια δίοδος αποχέτευσης των δακρύων από το μάτι στη μύτη.
Η θεραπεία της χρόνιας δακρυοκυστίτιδας έγκειται στις περισσότερες περιπτώσεις στη χειρουργική αντιμετώπιση – δακρυοασκορινοστομία με πολύ υψηλά ποσοστά επιτυχίας >95%.
Η συγγενής δακρυοκυστίτιδα αντιμετωπίζεται αρχικά συντηρητικά με μασάζ-μαλάξεις, ζεστές κομπρέσες και αντιβιοτικά. Στην πλεοψηφία των περιπτώσεων το πρόβλημα λύνεται μέχρι να συμπληρωθεί ο πρώτος χρόνος του νεογνού. Εάν όχι μπορεί στη συνέχεια να γίνει καθετηριασμός του δακρυικού συστήματος και επί αποτυχίας δακρυοασκορινοστομία.